| ΠΑΡΑΜΥΘΙ |
|
|
Ιωάννης Βογιατζής Παραμύθι Δέκα χρόνια εν Σκύρω τη φιλτάτη Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα όνειρο……. Το όνειρο της θάλασσας να χρωματίσει τη μεγαλοσύνη της στο ελάχιστο της πέτρας. Το όνειρο του βράχου να λευκαίνει στη θύ-ελλα. Έτσι μες στα όνειρα ευωδιάζει πρώτη κι αγία αστράφτει όπως σταυρός. Με τα λόγια των θεών παίρνει σώμα και με τα τα-ξίδια των Πελασγών γίνεται νησί. Πελασγία η Ανεμόεσσα Σκύρος αναδύεται ως άγκυρα που δεν τη ρήμαξαν σκουριά και τρικυμίες. Το ταξίδι της αρχίζει μονάχα όταν το πανί αγγίξει το θαύμα. Άνεμοι την έφεραν. Και μαζί Πελασγοί, Κάρες, Κρήτες, Αχαι-οί, Αθηναίοι διαβαίνουν την ώρα τη ζεστή που η στεριά πλαταίνει κι ανοίγει σφριγηλή να ντυθεί την εφτάχρωμη ομορφιά της. Πάνω στο βράχο, κάτω από τον όγκο παίρνει πηλό, φτιάχνει πολιτεία. Τιθασεύει την κλίση. Χαϊδεύει γωνίες με το λευκό που σπαρταράει στα δειλινά. Γράφει σκαλοπάτια να ψηλώνουν τα παι-διά μαζί με τους προγόνους πίσω από εκκλησίες βουτηγμένες στο λιβάνι. Σηκώνει λιακούς για να κουρνιάζουν οι ήλιοι, φυτεύει αυ-λές μικρές όσο κι η αθώα ρέμβη της στάμνας. Μακραίνει τόσο το φρύδι της γύρω από τη Μικρή και τη Μεγάλη Άρκτο όσο και το « φρυδάτσι » της που ορίζει τον Οίκο της. Και γύρω άθικτο απ’ τους ίσκιους του άγνωστου το κάστρο, ο οβολός των γενναίων, μυρίζει πυρκαγιά, ιδρώνει σα σμίγει μες στο χώμα με το σίδερο και το φόβο που ανεβαίνει απ’ τη θάλασ-σα. Όλα αγκαλιασμένα. Όλα λευτερωμένα στο απόλυτο του λευ-κού. Τόσο φως πώς να το αντέξεις; Τόσο πέλαγος πώς να το χρωματίσεις; Τόσο λευκό πώς να μην ζεις; Το κορμί της με τ’ αποτύπωμα του ανέμου. Ανεμόεσσα. Στο κορμί της το χώμα ευωδία, πάγχρυση η πέτρα, της ψυχής της ο μόχτος. Λατύπη. Στα ερείπια ευωδιάζουν Ενυέας, Λυκομήδης, Θησέας, Αχιλλέ-ας ή Νεοπτόλεμος όπως μεγάλα ταξίδια που αναζητούν απεγνω-σμένα τη μυστική ανδρεία ή κείνο το ελάχιστο που αχρηστεύει κάθε ασέλγεια. Ένα παράθυρο μισάνοιχτο στην ευφροσύνη της άνοιξης, ένα κυπαρίσσι ξέγνοιαστο σαν καλοκαίρι, το μονοπάτι που βρί-σκεις χαμένο μες στα κίτρινα του φθινοπώρου φύλλα, το μυστικό του στοργικά προστατευμένο απ’ τον ανελέητο χειμώνα. Ένα κανάτι να ημερεύει τον καιρό μας όπως αλάθευτα μαντεύει μες στην αναμονή. Η αίγλη του εγκόσμιου στο κλωνάρι της λυγαριάς, η λάμψη του θείου στο καμπαναριό με τόσο γαλάζιο της ερημίας που σκαλώ-νει. Το μάνταλο της πόρτας με τη λίγη σκουριά από τα πολλά χέρια που το άγγιξαν για τις λίγες ψυχές που το άνοιξαν. Ο ανήφορος συλλογισμένος ν’ απορεί για τ’ ανθρώπινα. Ο κα-τήφορος ανάλαφρος να μπαίνει βαθιά στα σπίτια με τη νηνεμία της εξομολόγησης. Το ελάχιστο που ζητάει εκδίκηση, πετά αγκάθια κι ανοίγει ανε-ξάληπτο σαν αιωνιότητα. Τόσο ελάχιστο που κυοφορεί το θαύμα. Απαλά Εκείνη γλιστρά στη θάλασσα. Πλέει δίπλα στ’ άστρα πιο γρήγορα κι από τα δελφίνια της, πιο βαθιά στα γαλάζια της. Υφαίνει φλοίσβους και πάνω στην άμμο η καθαρή ψυχή της σβή-νει τις πικρές αναμνήσεις. Στο βάθος οι ψαρόβαρκες αφρίζουν κι ως κάτω πάνε στο βυθό τα ταξίδια που έρχονται για να γεμίσουν την ερημιά με κάτι απ’ τον οίστρο της δικής της πανίδας. Στα κα-τάρτια της το αύριο είναι ισχυρό όπως κύμα σκοτεινό στη καται-γίδα. Υπερηφάνεια απτόητη, ελεύθερη δίπλα στο κύμα. Γδύνεται όπως ομορφιά που ορέγεται το ρίγος των χεριών, το σκίρτημα του στήθους. Ο ενθουσιασμός που συσπειρώνει αγρίμια, το παν-δαιμόνιο των αισθημάτων που ανθίζει γκρεμούς. Ξαφνιάζονται οι γλάροι, τα σαΐνια πετούν να λευτερώσουν τη μοίρα της παγιδευ-μένη στις πολλές πυξίδες και τους πολλούς ορίζοντες. Ποιο χώμα αποζητάει να πατήσει τ’ άλογο του Αγίου; Ποιανού το αίμα θα προσδώσει χρώμα στις τοιχογραφίες; Πόσο πολύ νερό δυναμώνει τις νύμφες και ποιος αέρας τις στε-γνώνει στα νερά του Κηφισού; Στις πλαγιές της μεγαλώνουν οι ελιές μαζί με τα παραμύθια, στους κόλπους της ανοίγουνε αγκαλιές να ζεσταθούν ταξίδια ή δασείες στη πλώρη της Ελλάδος, στον ποταμό της μαζί με την κοίτη ξεδιπλώνεται κι η ελπίδα, στο ξάγναντο το ξωκλήσι ξεκου-ράζει με το λίγο αγνάντεμα, στην κορυφή βλέπεις τη χώρα να βγαίνει μες απ’ την ομίχλη, στο λιμάνι ύστερα από βροχή πονάς πιο πολύ με την ευωδία της θύμησης, μες στις χαράδρες της α-κούγεται ακόμη το καρδιοχτύπι των νεράιδων, βαθιά στα δάση η ιστορία της στο αθώο χώμα εμβαθύνει κραταιότερη με την « κόψη του σπαθιού τη τρομερή ». Τη μέρα που Εσύ υπ- άρχεις ένα γιασεμί γεννάει την Ιδέα, στις πλαγιές του Βουνού οι πικροδάφνες αποκαλύπτουν στα κοπάδια τι το Έν και πού το Παν, ο γλάρος μπροστά πάει και μ’ ένα κλωνάρι δυόσμου σέρνει αρχαίο καϊκι, μ’ ένα κοχύλι παίζει η θάλασσα, με τα δέντρα κουβεντιάζει η Αναστασία κι ωριμάζουν οι καρποί, τ’ αλογάκια απ’ τα οροπέδια τρέχουν στις ζωοφόρους πιο ψηλά πηγαίνοντας του αιγαίου πελάγους, οι τρούλοι ξελογιάζουν τους ανέμους κι η πόρτα της εκκλησίας ανοίγει στα σοκάκια σαν υμνωδία, ζωγραφίζει ο Μάνος κι η συμπαντική ψυχή και συνείδηση αποκτά Πρόσωπο που ιερουργεί και λιτανεύει τη μνήμη, η μυρωδιά δένει τα σπίτια πιο δροσερά μες στο φασκόμηλο την ώρα που δύει ο ήλιος κι οι αίγες ξαναβρίσκουν μες στις κωδωνοκρουσίες τους τα δυνατά πατήματα των Γέρων. Τη νύχτα που Εσύ λάμπεις η προσευχή ξενυχτά στα παραθύρια με την άθικτη ελπίδα των υακίνθων, η Πούλια φωτίζει τους πόθους πως σιωπούν μες τις παλάμες, η σιγή μοιράζει χίμαιρες στους ύπνους της πολιτείας, η ζωή γεύεται στον ίσκιο των δέντρων τη δροσιά και στους κα-θρέπτες βλέπει την οδύνη, ένα χέρι ανταλλάσσει αιωνιότητα, ένα τζάμι αγρυπνά για την ώρα της επιστροφής, κι η λέξη πριν την « καληνύχτα » κόβει στα δυο τον κόσμο. Εδώ οι πέτρες γνωρίζουν καλά τι ζητάνε οι θεοί και τι αιωνίζει την ύλη, εδώ το αίμα είναι στα ύψη πάνω και στις καρδιές το ίδιο, εδώ η τέφρα ζυγιάζει ακόμα το μέλλον και στο χώμα βαθιά το αρχαίο νόμισμα επιστρέφει νόημα στην ιστορία. Σκύρος η Ανεμόεσσα Λατύπη που δεν γίνεται μονάχα η Ποίη-ση σε ξαναβρίσκει μες στο κρύο νερό αλλιώς να δένεις το αλάτι και στο ρίγος που μες στα δόντια σπαρταράει. Μόλις έτσι σε γνώρισα. Της πέτρας και του αγέρα και της θά-λασσας ανερμήνευτη ευλάβεια πριν αρχίσουν οι θυσίες. Πριν τελειώσουν τα παραμύθια.
Ιωάννης Βογιατζής |
| Επόμ. > |
|---|
