Ο.
Όμπολες (ο) (εμβολή) = ο εξ ομβρίων υδάτων σχηματιζόμενος χείμαρρος.
Όξαμο (το)= μέτρον προς κατασκευήν παντός πράγματος
Όργος (ο) = τεμάχιον αγρού
Ορνιθόστσελο (το) = το μεταξύ αντίχειρος και λιχανού διάστημα.
Όχτος (ο) (όχθος) = ύψωμα γής