| Ζ |
|
|
Ζ.
Ζάβαλε = καλότυχε˙ κλητ. Ζαβός (ο) = μονόφθαλμος,στεψόδικος. Ζαβλακωμένος (ο) = κακοδιάθετος. Ζάπι (το) = ημέρωσις. Ζάφτω = κτυπώ δια λωρίου, βέργας. Ζάφτι (το)˙ τον κάμνω ζάφτι =καταβάλλω. Ζαμπούνης (ο), ζαμπούνεψα= ασθενής, ησθένησα. Ζγός (ο) = ο ζυγός του αρότρου. Ζεύλα (η) = ζεύγλα του αρότρου. Ζευλοδέτης (ο) = υμάς δι' ού δένονται κάτωθεν αι ζεύγλαι. Ζευγολάτης (ο) = ο γεωργός, η σεισοπυγίς ως ακολουθούσα τον γεωργόν σπείρονται. Ζέρβελη (η) = αιώρα,τραμπάλα. Ζερβός = αριστερός. Ζνίχι (το) = το όπισθεν μέρος του λαιμού, τράχηλος. Ζούμπερο (το) ( ζώπυρον) = το νυκτερινόν φάντασμα. Ζούμη (η) = η ζύμη. |
| < Προηγ. | Επόμ. > |
|---|
Cache Directory Unwriteable
