22.05.12
 
Scan10001.JPG    nifes.jpg    nereid.jpg    3a.jpg    3 (2).JPG    3 b.gif    3 (5).jpg    3 (3).JPG    3.gif    2a.JPG   
Ζ Εκτύπωση
 

Ζ.

Ζάβαλε = καλότυχε˙ κλητ.

Ζαβός (ο) = μονόφθαλμος,στεψόδικος.

Ζαβλακωμένος (ο) = κακοδιάθετος.

Ζάπι (το) = ημέρωσις.

Ζάφτω = κτυπώ δια λωρίου, βέργας.

Ζάφτι  (το)˙ τον κάμνω ζάφτι =καταβάλλω.

Ζαμπούνης (ο), ζαμπούνεψα= ασθενής, ησθένησα.

Ζγός (ο) = ο ζυγός του αρότρου.

Ζεύλα (η)  = ζεύγλα του αρότρου.

Ζευλοδέτης (ο) = υμάς δι' ού δένονται κάτωθεν αι ζεύγλαι.

Ζευγολάτης (ο) = ο γεωργός, η σεισοπυγίς ως ακολουθούσα τον γεωργόν σπείρονται.

Ζέρβελη (η) = αιώρα,τραμπάλα.

Ζερβός = αριστερός.

Ζνίχι (το) = το όπισθεν μέρος του λαιμού, τράχηλος.

Ζούμπερο (το) ( ζώπυρον) = το νυκτερινόν φάντασμα.

Ζούμη (η) = η ζύμη.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
 

SKYROS MAGAZINE

Cache Directory Unwriteable