ΚΑΛΑΜΙΤΣΑ
...... Ο ήλιος πύρωνε τώρα τις πλάτες μας με τις τελευταίες του ακτίνες κι' έλουζε τις κορυφές των μικρών κυμάτων με ένα χνούδι από αστραφτερό φώς. Ήταν μια τόση γαλήνη, που δεν ήξερες αν έμπαινε στην καρδιά ή έβγαινε απ' αυτή.
Η βάρκα πέρασε δίπλα από το μολυβένιο νησάκι - όχι δεν ήταν κανένας γλάρος απάνω - και τότε σιγά - σιγά ξεπρόβαλε μπροστά μας το βουνό. Λουζόταν ολόκληρο μέσα στο γλυκό εκείνο πορφυρένιο χρώμα του ηλιοβασιλέματος καθώς υψωνόταν απότομο και βίγλιζε πάνω από το ορόσημό του, που χαμήλωνε κατά το Βοριά, τη δύση με το πυρακτωμένο άντρο του ήλιου.
Σκέπη του υφαινόταν μια απίθανη σύνθεση άσπρου και γαλάζιου που σου φαινόταν ότι από στιγμή σε στιγμή θα διαλυθεί. Οι ρεμματιές του κατηφόριζαν προς το γιαλό πνιγμένες στις δάφνες που οι ανθισμένες τους ράχες πρόσθεταν στην ηλιοπερίχυτη ατμόσφαιρα μενεξεδένιες ανταύγειες. Και μέσα από μια τούφα βαθύσκιες πρασινάδες σου χαμογελούσαν άσπρες γωνιές σπιτιών. Ψηλότερα, μ' ανοιχτή την θύρα, θωρούσε το πέλαγος ένα ερημοκκλήσι κι έλεγες πως παρηγοριόταν εκεί στις γυμνές πέτρες με την συντροφιά ενός δέντρου, που μοναχικό του παράστεκε. Οι πλαγιές με τα θυμάρια παιχνίδιζαν σε νότες ροδοκίτρινες.
Δίπλα μας η θάλασσα είχε χάσει πια όλα της τα κύματα που πριν λίγο μόλις την ξεδίπλωναν κι' απλωνόταν ακίνητη, χαμογελώντας στα πολύχρωμα δώρα που της έστελνε από πάνω ο ουρανός. Ήταν μια πλατιά έκταση ριγιλή, εδώ σε ροζ, πιο πέρα σε καστανές και στο Νοτιά, δίπλα στο σύμπλεγμα των μικρών νησιών, σε σκιερές γλαυκές αποχρώσεις. Η στεριά την αγκάλιαζε από παντού και φαινόταν σαν ένας κάμπος γυάλινος, έτοιμος να ραγίσει σε κρυστάλλινα πολυεδρικά θρύψαλα.
Το θρόϊσμα του νερού στην πλώρη και ο ρυθμός των κουπιών χανόταν μέσα σε κείνη την βαθειά ησυχία, που ήταν έλεγες ένα με τ' απαλά χρώματα αυτής της πλατύγυρης εικόνας.
Ο ήλιος είχε κρυφτεί και η σκιά είχε πια αγγίξει, κάθε ένα με την σειρά του όλα τα βότσαλα. Οι πέτρες στ' ακροθαλάσσι στέλναν από τις γωνιές τους τα πρώτα μηνύματα της νύχτας. Δίπλα από τ' αραξοβόλι μας πέρασε ένα νέο παλληκάρι με το κοπάδι του, μουρμουρίζοντας κάποιον νοσταλγικά παθητικό σκοπό. Σε μια από τις συκιές, που στην σειρά χαιρετούσαν τον ερχομό μας, ένας τζίτζικας ενοχλήθηκε στον πρώτο του ύπνο από το μακρυνό κράξιμο της πέρδικας, κλαυθμήρισε τρείς τρίλλιες αργοτονισμένες και σώπασε.
Ήταν μια γαλήνη, μια τόσο βαθειά γαλήνη.
ΜΑΝΩΛΗΣ Β. ΑΝΤΩΝΑΚΗΣ
|