«Μάχου Υπέρ Πίστεως και Πατρίδος»
Υπάρχουν κείμενα που αρμόζουν στην ψυχή μας όπως ο ασβέστης στον τοίχο της εκκλησιάς και τη λαμπρύνουν τόσο που και τις μαύρες σκιές επάνω να περνάς και στη μνήμη βαθιά να γιγαντώνεις το φως.
Όπως η Ιλιάδα από τις στάχτες της Τροίας γυρίζει με πάταγο τους νεκρούς να βρουν στην υπηρεσία του χρέους το δικό τους το αίμα.
Ή η Αποκάλυψη βγαλμένη απ΄ την αγωνία του Ιωάννη ψυχώνει το χέρι που γυρίζει το θαύμα στον Άδη.
Και ο Ύμνος στην Ελευθερία του Διονυσίου Σολωμού ομοιώνεται το δράμα του λαού μου κι αληθεύει όπως η πασχαλιά πάνω στα ερείπια της Ρωμιοσύνης.
Όμως στο Μουσείο του Μάνου Φαλτάιτς που η ιστορία ξαναγυρίζει κραταιά για να στάξει στο μέλλον το αίμα το δίκαιο διασώζεται με αγάπη και λατρεία ένα κείμενο που για μένα στάθηκε ορυχείο να βαθαίνεις και να βγάζεις πάνω τα όπλα τα' άθαφτα των νεκρών. Στην αίθουσα με τις κολώνες κάτω από τα προστατευτικά βλέμματα του Μάνου και της Αναστασίας, του Κων/νου Φαλτάιτς, της θείας Μαρίας, του Δημητρίου Φαλτάιτς, της γιαγιάς Άννας, του Γεωργαντή, του Φάλνταγη Φάλνταγη, του Γεωργίου Γριμάλδι, των αδελφών Τζάνου υπάρχει, για ν'αποθεώνει το Φως της κτίσης, η Προκήρυξη της Επανάστασης του 1821.
Δίπλα στον Εσταυρωμένο ως
του Θεού Σώμα μεταβάλλει
τη φωνή σε κραυγή,
το αίμα σε χρέος και
τον τόπο σε προσκύνημα.
Γιατί η Προκήρυξη της Επανάστασης
σηκώνει το χώμα της πατρίδας,
κλείνει μέσα της τον αγέρα της ελευθερίας,
αγγίζει πάνω μας το σπαθί του χρέους.
Γι' αυτό κι ο βωμός αυτός της ιστορίας αγιάζει τη μοίρα μας και στο μέλλον μπροστά ξαναβγάζει του λευκού την εκδίκηση.
«Απ' τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά»
η Προκήρυξη ανασταίνει τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, τον Ρήγα Φεραίο, τον Κοσμά τον Αιτωλό.
Αδειάζει την ταπείνωση τόσων αιώνων, φωτίζει τα σκοτάδια της σκλαβιάς με το υπέρτατο φως του αγώνα. Στα σφιγμένα χείλη των ραγιάδων λόγια που καρτέραγαν χρόνια και χρόνια γίνονται τώρα κραυγή «Ελευθερία ή θάνατος», φωτιά και μαχαίρι: «όποιος δεν έχει μάχαιραν ας πωλήσει το φόρεμά του κι ας αγοράσει» παραγγέλλουν ο Χριστός κι η Πατρίδα που η φωνή της βγαίνει καταπρόσωπο των τυράννων για να διεκδικήσει «τη λαμπρά στολή της ελευθερίας».
Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία ενός έθνους που διεκδικείται η αιωνιότητα. Μόνον τότε όμως όταν περνάς τη φωτιά και γίνεσαι λάμψη ή όταν πάνω από γκρεμούς ενώνεις κορυφές και γίνεσαι κορυφή. Κι η Προκήρυξη γεννήθηκε στις στάχτες από το γάμο της ιστορίας και της αιωνιότητας. Έδωσε στο παρελθόν Ζωή και στ' όραμα Νόημα.
«Ουδέν γλύκιον της πατρίδος»
τονίζεται στην Προκήρυξη.
Γι' αυτό και το χρέος εξουσιάζει τη μνήμη.
Φωτίζει το χώμα για να ξεθάψεις τους νεκρούς σου προγόνους
Μιλτιάδης
Λεωνίδας
Θρασύβουλος
Τιμολέων
λευκαίνουν τη μνήμη σέρνοντας απ' την άκρη των αιώνων το ατίμητο θάρρος.
«Ακριβή η Άνοιξη» λέει ο Ποιητής κι οι Έλληνες με μάτια μαυρισμένα απ' το σίδερο και πόδια στηριγμένα στις θύελλες γυρίζουν πίσω τον ήλιο για να γεννηθεί τώρα πια στο δικό τους τον τόπο.
Εδώ που η Ζωή έγινε ψωμί κι ελιά,
Θυσία και πένθος
Όπως και το μέτρο σοφία και οίκος.
Εδώ που η Παιδεία είναι του λευκού ο θεσμός,
και το άχραντο χέρι της Παναγίας ν' αναπαύει τα πέλαγα.
Εδώ που η Γλώσσα είναι σταγόνες νερού,
Παρθενικά βλέμματα κι ελεημοσύνες της νύχτας.
Εδώ που ο Θεός μυρίζει βασιλικό και μέντα
Πάνω σε βουνά και μες στη θάλασσα
Απαγγέλλοντας Όμηρο.
Κι όταν μπροστά σ' ένα εικόνισμα φέγγει η αλήθεια ξέρεις ως Έλλην ότι για ν' αντέξει η φωνή σου πρέπει να την πάρεις απ' την Ελλάδα που σου έδωκε «την ζωήν, τη γλώσσαν, την θρησκείαν, την παιδείαν».

Η Προκήρυξη της Επανάστασης ξαναφέρνει την ιστορία στην αφετηρία της.
Αρθρώνει την Ιερή Φωνή της Πατρίδας που δοξάστηκε και ιστορήθηκε στα πέρατα της Οικουμένης.
Μια φωνή που ξέρει να σηκώνει το βάρος της Ιδέας και να δυναμώνει από το κράτος της συνείδησης.
Είναι η φωνή που μας θυμίζει ότι η μνήμη στην Ελλάδα όσο κι αν αυλακώνεται από την τυραννία πάντα από κάτι σαν πέλαγος αναδύεται γαλανή και με καθαρότητα διεκδικεί όλο το βάθος του είναι μας.
Είναι η φωνή του αίματος που χλόισε στις Θερμοπύλες,
που χρωμάτισε στη Σαλαμίνα τα κύματα
και στην Κωνσταντινούπολη
ομόρφυνε τον Παράδεισο του Θεού.
Η προκήρυξη περισώζει τη ζωντανή κραυγή
«Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος».
Ανεβάζει απ' την ερημιά την περηφάνια, ώστε και μ' ένα δάκρυ να μπορείς να ξεδιψάσεις ολάκερο τον κόσμο.
Υψώνει της Νέμεσης το σπαθί τραγουδώντας το θαύμα καθώς θα 'ρχονται κατεβατοί απ' τα βουνά οι άγγελοι.
«Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος»
Σαν ζωγραφιά στον τρούλο που δε σβήνει ποτέ η Προκήρυξη κραταιώνει στην τραχιά πέτρα το μήνυμα:
«Έως πότε θα υποφέρετε βλέποντες τους ναούς του Κυρίου βεβηλωμένους από Αγαρηνούς;
Έως πότε το ιερόν έδαφος της Ελλάδος να μιαίνεται από τους μιαρούς πόδας των τυράννων;
Έως πότε ισλάμης αντί Χρυσοστόμου;
Έως πότε σουλτάνος αντί Κωνσταντίνου;
Έως πότε η ψυχώλεθρος άγνοια του Ιερού Ευαγγελίου εις έθνος δια της γλώσσης του οποίου εκηρύχθη εις τα πέρατα της οικουμένης;
Έως πότε η επονείδιστος αύτη απαιδευσία εις έθνος του οποίου οι προπάτορες εσόφισαν πάσαν την γην;
Έως πότε;
Έως πότε; »
«Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος»
Και οι σημαίες ανοίγουν δρόμο απ' το Δραγατσάνι έως την Αλαμάνα, το Μανιάκι και την Τριπολιτσά. Η γη ξαναδέχεται το αλέτρι της για να γεννήσει το δίκαιο στάχυ.
«Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος»
Και η Προκήρυξη της επανάστασης στην αγκαλιά του Αρχαγγέλου διαβαίνει την Ελλάδα και γυρίζοντας πίσω τη βροντή και τη θλίψη μες απ' τα πηγάδια ανεβάζει την αντρεία αχαλίνωτη ν' αρπάζει το πεπρωμένο μας και να το σχεδιάζει πάνω στα μάρμαρα που γλίτωσε ο Μακρυγιάννης.
Η Προκήρυξη της Επανάστασης είναι ο προπομπός της Άνοιξης που προσπέρασε τέσσερις αιώνες το έθνος και τώρα τραβάει σπαθί να ξεριζώσει απ' τα σωθικά την ύβρη και την τυραννία.
Κι ενώ αυτά σκεφτόμουνα, η αίθουσα με τις καμάρες του Μουσείου Μάνου Φαλτάιτς ορθώθηκε ως λάβαρο της Επανάστασης την ώρα της μάχης. Έλαμψαν τ' άρματα κι η τιμή που την κραταιώνεις πάντα με το ατσάλι.
Κι εκεί πάνω μου μίλησε το δίκαιο
«Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος»
Η ψυχή μου άνοιξε διάπλατα όπως Παράδεισος απ' τη δύναμη της αθωότητας. Και τότε έσκυψα να προσκυνήσω, στις όλο θυσία γραμμές της Προκήρυξης το ένδοξο σώμα της Ρωμιοσύνης.
Γιατί η ιστορία μας στις γραμμές της Προκήρυξης γίνεται αιωνιότητα.
Σκύρος
Βιγλατορία του Παλιόπυργου
Ιωάννης Βογιατζής
|