| ΑΙ-ΓΙΩΡΓΗΣ |
|
αρματωμένε με σπαθί τσαί μ' αργυρό κοντάρι, στη δόξα τσαί στη δύναμι θέλου να σ' ανθιβάλω, που σκότωτσες το λέοντα, το δράτο το μεγάλο.
ανθρώπους τεν ταϊζαμε κάθε πρωί τσαί βράδυ. Μια μέρα δεν του δώσαμε άθρωπο να δειπνήσει, σταλιά νερό δεν άφητσε το γκόσμο να δροσίσει
να πέψει το παιδάτσι του στο λέοντα πεστσέσι! Απ' τα πολλά τα μπουλετιά πέτει η βασιλοπούλα, όπου την είχε ο τσύρης της μια τσαί μοναχούλα. Ο βασιλιάς, σαν τ' άκουτσε, έπετσε τσαί λιγώθη, σταμνί νερό του ρίξανε, όσο να συνεφέρει.
τσαί σύρτε το στο λέοντα γλυκά να το μασήσει.
τσαί απο πάνου ολόχρυσα, καρδιές για να μαράνει». Πλήθος λαός μαζεύτητσε, να τήνε πάν στη βρύσι! Τσ' αυτή η μαυρορίζιτση δεν ξέρει α θα γυρίσει. Όταν τη μπήγανε κοντά, τη δέσαν μ' αλυσίδες, Αρχίσαν τα ματάτσα της να τρέχουν σταλαμπούδες. •25 Άη Γιώργης σαν τ' άκουσε απ' την Καππαδοκία, το άλογό του βίασε με όλη τουτη βία. Απο μακριά ναγνάντεψε τη γκόρη τσαί τσυττάζει τσ' αυτή με αναστεναγμούς αρχίζει τσαί φινάζει: - «Φύγε, ξενάτσι μου, απ' εδώ να μη σε φάει τσαί σένα 30 αυτό το άγριο θεριό, που θα με φάει τσάι μένα!» -«Άφησε με να τσοιμηθού στα γόνατά σου απάνου τσ' όταν θα έβγει το θεριό, σηκώνομαι απάνου!» -« Οταν θα έβγει το θεριό, η ώρα τσείνη αντζίζει τσαί το θεριό τα δόντια του απάνω μου θα τρίζει!»
τσαί κράταε ένα σταυρό στο δεξιό του χέρι.
τσαί το θεριό τα δόντια του απάνου μου τα τρίζει!» Σηκώνεται ανατολικά τσαί κάνει το σταυρό του,
Τσαί ξαναδευτερώνεται, του δίνει μια στη ρούντα! τσαί σά θα με περάσουνε από τη γειτονιά σου,
Σα δείς τσαί με περάσουνε ψάλλοντας οι παπάδες, έβγα κουρφά ‘π' τη μάννα σου τσ' άναψε δύο λαμπάδες Τσαί σαν ιδείς τσαί πάνε με στης εκκλησάς τη μπόρτα, σύρε λιγνή ψιλή φωνή, να μαραθούν τα χόρτα!
σύρε ψιλή λιγνή φωνή, η στσέπασι να πέσει. Σα δείς τσαί θα μου ρζίξουνε το χούμα πά στα μάτια, τράβα τά μα'ουλάτσα σου τσαί κάμε τα κομμάτια. Τσαί σαν ιδείς τσαί ρζίξει μου, κόρζη, ο παπάς το λάδι,
Σά σου τα φέρζει η μάννα μου τα κόλλυβά μου, φάτα! τσαί να φωνάξεις δυνατά: Κρζίμας το νιό π' μ' αγάπα!»
τσαί θα φωνάξου δυνατά τσ' απέ θα ξεψυχήσου». Αμέρισσα τ' Κωωστή, ετών 75
Passow 377 και 397 παραλλαγαί. Δ.Παπαγεωργίου, Ιστορία Σκύρου αριθμ 2, σελ. 149
τσ' ο βασιλιάς δεν ήταν τσεί, μόν' τρείς βασιλοπούλες. Η μια τσεντά τον ουρανό, η γιάλλη το φεγγάρι, η γιάλλη η μικρότερη τσεντά τον Άη Γιάννη.\ 5 -«Τσέντα το, κόρη, τσέντα το του ράφτη το μαντήλι τσαί γίμοσ'το γαρυόφαλλα τσαί πέψ'το στ' αργαστήρι. Τσ' ά δεν ευρείς τον ίδιονα, θα βρείς το μαθητή του τσαί πέψ' του χαιρετίσματα από τη σαστιτσή του.
Μαριγώ τ' Κυριαζή, ετών 50
|
| < Προηγ. | Επόμ. > |
|---|
