22.05.12
 
ΑΙ-ΓΙΩΡΓΗΣ Εκτύπωση
 
  • 1 Άη μου Γιώργη αφέντη μου, γληγοροκαβαλλάρη,

αρματωμένε με σπαθί τσαί μ' αργυρό κοντάρι,

στη δόξα τσαί στη δύναμι θέλου να σ' ανθιβάλω,

που σκότωτσες το λέοντα, το δράτο το μεγάλο.

  • 5 Τεν έχαμε στη χώρα μας σ' ένα βαθύ πηγάδι,

ανθρώπους τεν ταϊζαμε κάθε πρωί τσαί βράδυ.

Μια μέρα δεν του δώσαμε άθρωπο να δειπνήσει,

σταλιά νερό  δεν άφητσε το γκόσμο  να δροσίσει  
  • 10 Ας ρίξουμε τα μπουλετιά τσαί σ' όποιον η η τύχη πέσει,

να πέψει  το παιδάτσι του στο λέοντα πεστσέσι!

Απ' τα πολλά τα μπουλετιά πέτει  η βασιλοπούλα,

όπου  την είχε ο τσύρης της μια τσαί μοναχούλα.

Ο βασιλιάς, σαν τ' άκουτσε, έπετσε τσαί λιγώθη,

σταμνί νερό  του ρίξανε, όσο να συνεφέρει.

  • 15 Πλήθος λαός συνάχτητσε εμπρός στο βασιλέα.
  • - «Για δός μας το παιδάτσι σου, για παίρνομε τσαί σένα».
  • - «Στολίστε το παιδάτσι μου τσαί κάνετέ το νύφη,

τσαί  σύρτε το στο λέοντα γλυκά να το μασήσει.

  • 20 ‘Πό κάτου βάλτε κότσινα, στη μέση τα βελούδα

τσαί απο πάνου  ολόχρυσα, καρδιές για να μαράνει».

Πλήθος λαός μαζεύτητσε, να τήνε πάν στη βρύσι!

Τσ' αυτή η μαυρορίζιτση δεν ξέρει α θα γυρίσει.

Όταν τη μπήγανε κοντά, τη δέσαν μ' αλυσίδες,

Αρχίσαν τα ματάτσα της να τρέχουν σταλαμπούδες.

•25                  Άη Γιώργης σαν τ' άκουσε απ' την Καππαδοκία,

το άλογό του βίασε με όλη τουτη βία.

Απο μακριά ναγνάντεψε τη γκόρη τσαί τσυττάζει

τσ' αυτή  με αναστεναγμούς αρχίζει τσαί φινάζει:

          - «Φύγε, ξενάτσι μου, απ' εδώ να μη σε φάει τσαί σένα

            30        αυτό το άγριο θεριό, που θα με φάει τσάι μένα!»

                        -«Άφησε με να τσοιμηθού  στα γόνατά σου απάνου

                        τσ' όταν  θα έβγει  το θεριό, σηκώνομαι απάνου!»

                        -« Οταν θα έβγει  το θεριό, η ώρα τσείνη αντζίζει

                        τσαί το θεριό τα δόντια του   απάνω μου θα τρίζει!»

  • 35 Την ώρα που τσοιμώτανε, πέρασε περιστέρι

τσαί κράταε ένα σταυρό στο δεξιό του χέρι.

  • - « Σηκώσου, Άη Γιώργη μου, τσαί το νερό αφρίζει

τσαί  το θεριό τα δόντια του απάνου μου τα τρίζει!»

Σηκώνεται ανατολικά  τσαί κάνει το σταυρό του,

  • 40 μια χατζαριά του έδωτσε τσαί κόβει το λαιμό του.

Τσαί  ξαναδευτερώνεται, του δίνει μια στη ρούντα!

τσαί σά θα με περάσουνε από τη γειτονιά σου,

  • 35 έβγα κουρφά π' τη μάννα σου τσαί τράβα τα μαλλιά σου!

Σα δείς τσαί  με περάσουνε ψάλλοντας οι παπάδες,

έβγα κουρφά  ‘π' τη μάννα σου τσ' άναψε δύο λαμπάδες

Τσαί σαν ιδείς τσαί πάνε με στης εκκλησάς τη μπόρτα,

σύρε λιγνή ψιλή φωνή, να μαραθούν τα χόρτα!

  • 40 Τσαί σαν ιδείς τσαί πάνε με στης εκκλησάς τη μέση,

σύρε ψιλή  λιγνή φωνή, η στσέπασι να πέσει.

Σα δείς τσαί θα μου ρζίξουνε  το χούμα πά στα μάτια,

τράβα τά μα'ουλάτσα σου τσαί κάμε τα κομμάτια.

Τσαί σαν ιδείς τσαί ρζίξει μου, κόρζη, ο παπάς το λάδι,

  • 45 κλάψε τσαί πές: Αλλοίμονο! Κρζίμας το παλληκάρζι!

Σά σου τα φέρζει η μάννα μου τα κόλλυβά μου, φάτα!

τσαί να φωνάξεις δυνατά: Κρζίμας το νιό π' μ' αγάπα!»

  • - «Σά μου τα φέρζ' η μάννα σου, στη γής θα τα σκορπίσου

τσαί θα φωνάξου δυνατά τσ' απέ θα ξεψυχήσου».

                                                       Αμέρισσα τ' Κωωστή, ετών 75

Passow 377  και 397 παραλλαγαί.

Δ.Παπαγεωργίου, Ιστορία Σκύρου αριθμ 2, σελ. 149

  • 1 Ένα καράβι άραξε στου βασιλιά τη μπόρτα

τσ' ο βασιλιάς δεν ήταν τσεί, μόν' τρείς βασιλοπούλες.

Η μια τσεντά τον ουρανό, η γιάλλη το φεγγάρι,

η γιάλλη  η μικρότερη τσεντά τον Άη Γιάννη.\

            5          -«Τσέντα το, κόρη, τσέντα το του ράφτη το μαντήλι

                        τσαί  γίμοσ'το  γαρυόφαλλα τσαί πέψ'το στ'  αργαστήρι.

                        Τσ' ά δεν ευρείς τον ίδιονα, θα βρείς το μαθητή του

                        τσαί πέψ' του χαιρετίσματα από τη σαστιτσή του.

Μαριγώ τ'  Κυριαζή, ετών 50

 
< Προηγ.   Επόμ. >
 

SKYROS MAGAZINE

Cache Directory Unwriteable