| ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΔΙΣΤΙΧΑ-ΑΓΑΠΗΣ |
|
|
Α' ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ
1 Αγάπα, αγάπα τ'ς ώμορφες, μου πέρανε το νού μου τσαί πλιά ματάτσα δεν έχου να δυο τους εδικούς μου.
Λόγια του κόσμου μην ακούς, μόν' τη γκαρδιά σου ρώτα.
τώρα τη λέπου σ' άλλονε τσαί τσαίγετ' η καρδιά μου .
Ατζίστρι δίχως δόλωμα ποτέ δε μπιάνει ψάρι.
τσαινόργια αγάπη έκανα, να πά να την ευρούμε.
τσαί δεν εξέρου από τους δυό, ποια θέ λα με τσερδέσει.
της γειτονιάς οι γιώμορφες τσαί μας αναγελούνε.
α δείτε την αγάπη μου, πέστε της δυο λογάτσα. 9 Αλλά λές τσ' άλλα μου κάνεις, βάλθητσες να με τρελλάνεις. 10 Αλλοίμονο, αλλοίμονο, ψηλό μου δεντρολίβανο! 11 Αλλοίμονο! δε βρζίστσεται στη Ρούμελη βοτάνι, μήτε βασιλικός γιατρός το μπόνο μου να γιάνει. 12 Αλλοίμονο ζαλίζομαι, όντας σε συλλογίζομαι.
Ως τσαί τα νέφη τ' ουρανού κακό λένε για μένα. 14 Αλλοίμονο ραϊστηκα, σαν το γυαλί τσατσίστηκα. 15 Αν αρχινήσει η γλώσσα μου τραγούδια ν' αραδιάσει, τους ώμορφες απ' τα ψηλά θέ να τις κατεβάσει.
του κόσμου τα πουλιά θωρού, τσαί το δικό μου πούν'το;
τσ' ολημερίς παρεκαλού: Χάρος δεν είν' για μένα; 18 Αναστεναγμούς τσαί πόνους έχου τώρα δυό - τρείς χρόνους. 19 Αναστενάζου, τσαίγεται ούλο της γής το κάλλη, κλαίου τσαί με τα δάκρυα ξαναγεννιέται πάλι.
μαράθη τ' αχειλάτσι μου, δε θέλει πλιό κουβέντα.
κλαίου τσαί κλαίνε τα βουνά, γελού τσαί βγάζουν άθη.
δεν έχου άλλεν από σε στο γκόσμο να ελπίζου.
τσαί τα ψαράτσα του γιαλού στην άμμο τα πετάει.
φεύγουν τα χούματα απ' τη γής τσαί κλαίνε οι καϋμένοι.
κλαίου τσαί κλαίν οι ουρανοί με τα πολλά μου πάθη. 26 Αλλοίμονο τσ' αλλοιμονιά, ψηλή μου μου δεντρολιβανιά. 27 Αν αρχινήσου τσαί τα ‘που τα πάθη μου τρα'ούδια, η μαύρη γής μαραίνεται, δε βγάνει πλιά λουλούδια. 28 Ανέβα πάνου στη μουρζά τσαί μέτρησε τα φύλλα, λογάρζανε τσαί τον τσαιρό που με παιδεύεις, στσύλα! 29 Αν είσαι δυοσμαρίνι, να πέσει τ' άθι σου, να μαραθή η καρδιά σου τσαί τ' αχειλάτσι σου,
σου ‘σαι γιατρός τσαί βότανα , το μπόνο μου να σβήσεις.
δέ θ' άνοιγα το στόμα μου αθρώπου να μιλήσου.
Ίσως να ησυχάζανε οι πόνοι του κορμιού μου.
του Αλτζερίνη το σπαθί απάνου μου να λάψει.
δε θα ‘λεγες για μένα τα λόγια τα πικρά.
σ' αραχανιασμένο σπήλαιο θα πά να κατοιτσήσου.
τσαί βγάλαν έναν ορζισμό, όπ' αγαπά να παίρνει,.
να λείψου από τα βάσανα τα' απ' των οχτρών το στόμα. 38 Άνοιξε, γής, μέσα να μπού τσαί , χώμα, στσέπασέ με. Έτσι που με κατάντησες, στον Άδη αντάμωσέ με. 39 Αν ίσως τσαί σ' απόβγαλα από το λοϊσμό μου, τ' Αλιτζερίνη το σπαθί να κόψει το λαιμό μου.
καταπληγωμέν' αστήθι δε λυπάσαι να χτυπάς; 41 Αλύπητες δύο μαχαιριές έναι τα λόγια που μου λές. 42 Αντάμα με τη νιότη σου τσαί το γλυκό σου κάλλη λίγον τσαιρό θ' ανθίσουνε τσαί θα χαθούνε πάλι.
τσ' όποιο πουλάτσι βρζίσκαμε δεν τ' άφηνα να φύγει.
στο πληγωμένο στήθος μου άλλη φωτιά μου βάνεις.
857 Ώ Παναγιά μου Λυμπιανή, Χριστέ του Μαυρουνά μου, να πάρου την αγάπη μου, να γιατρευτή η καρδιά μου.
Άλλοι μερώνουν τα πουλιά τσ' άλλοι τα τσυνηγούνε.
γιατί δεν τέν εχάρησα το γκόσμο τον απάνου.
φύλαγε την αγάπη μου τη μπρωτινήν οπούχα.
φέρε μου την αγάπη μου, να σου τα κάμου χίλια.
γιατί δε μούμεινε παράς από το μπεκρηλίτσι.
έτσι τεν αγαπού τσαί γώ της Αργυρής το Γιάννη.
Τσαί τον τσαινόργιε γείτονα μένα να μου τε δώσεις.
|
| < Προηγ. | Επόμ. > |
|---|
