23.05.12
 
ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΩΝ ΜΥΘΩΝ Εκτύπωση
ΓΕΏΡΓΙΟΣ ΔΡΟΣΙΝΗΣ

ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΩΝ ΜΥΘΩΝ

 Ως την ώρα που ξεκινήσαμε απο τη Λιναριά για ν' ανέβωμε στην πόλη, τίποτε δεν μας είχε φανερώση ακόμα, πως ταίριαζε στη Σκυρο να είναι το Νησί των Μύθων, που είχε ποθήση για το θάνατό του ο Ρούπερτ Μπρουκ. Η πρώτη αποκάλυψη για μας έγινε μόλις ανηφορίσαμε. Δεξιά είχαμε τα ψηλώματα κι αριστερά το κατηφόρισμα προς τη θάλασσα. Εκεί, σ' ένα γύρισμα του δρόμου, μας παρουσιάστηκαν  τρείς βοσκοι με δύο σκύλους. Το κοπάδι των γιδιών έβοσκε σκόρπιο. Οι βοσκοί ήταν ψηλοί και λιγνοί και δείχνουνταν πιο ψηλόσωμοι  στα μάτια μας, στυλωμένοι αραδιαστοί στο κενό με βάθος τον καταγάλανο ουρανό. 

 

Τρείς ωραίοι έφηβοι ασπροντυμένοι: κρατώντας καθένας μια πολύ μακρυά μαγκούρα σα σκήπτρο, ασάλευτοι, ριζωμένοι,  μας καλημέρισαν μόλις ανοίγοντας το στόμα, σαν να εκτελούσαν κάποια επίσημη πράξη, που τους είχαν αναθέση. Κι οι δυό σκύλοι τους της ξεχωριστής Σκυριανής γενιάς, κοντόμαλλοι με μυτερά ρουθούνια, καθιστοί στα πίσω πόδια, ούτε μας γαύγισαν, ούτε μας πρόσεξαν, ασάλευτοι κι αυτοί.

Αφού προσπεράσαμε, γύρισα και είπα στο σύντροφό μου:

- Αυτοί μπορούσαν να είναι και στον καιρό του Λυκομήδη. Τι διαφορετικοί απο τους κοινούς τύπους, που συνηθίσαμε να βλέπωμε σ' όλη την ηπειρωτική Ελλάδα, με την κάπα, με τα τσαρούχια, με τ' αγριόσκυλά τους έτοιμα να ριχτούν απάνω μας, -τύποι μισοί βοσκού και μισοί ληστοφυγοδίκου.

            Παρέκει δεύτερη αποκάλυψη: ένα κοπάδι αλογάκια Σκυριανά έτρεχαν παιγνιδιάρικα σε μια φαραγγιά. Κι ο αγωγιάτης μας εξήγησε, πως έτσι ελεύθερα τ' αφήνουν να γυρίζουν και να βόσκουν κοπαδιαστά, χωρίς καμμιά φροντίδα, όσον καιρό δεν τα χρειάζουνταν για δουλειά.

Και δεν ανακατεύουνται; Πως τα ξεχωρίζουν;

Καθένας βάζει σημάδι στα δικά του: ένα ιδιαίτερο κόψιμο  στην άκρη του αυτιού.

Και πως τα πιάνουν;

Αν δεν τα μπλέξουν αλλιώς, τους ρίχνουν στο λαιμό βρόχο.

Γύρισα πάλι και είπα στο φίλο μου.

- Τέτοια αλογάκια θα είχαν οι κόρες του Λυκομήδη. Φαντάσου και τον Αχιλλέα, κοριτσίστικα ντυμένον, καβάλα σ' ένα σκυριανό αλογάκι.

Οι αγωγιάται είχαν αργήση να κατέβουν στη Λιναριά να μας πάρουν και φτάσαμε σύθαμπα στα πρώτα σπίτια και στα καφενεία της Χώρας, που μας πρόσμενεν ο Διευθυντής  του σχολείου, απορώντας πως αργήσαμε. Πεζέψαμε κι άρχισαν τα κεράσματα της υποδοχής, που μας μισοζάλισαν. Πεζοί πήραμε  το μακρύ δρόμο  για το σπίτι που θα μας φιλοξενούσε. Παλιό, αλλα ξεκαινουργωμένο, ήτον κοντά στο Κάστρο και είχε απο κάτω το Γιαλό, την πιο κοντινή ακρογιαλιά προς την ανοιχτή θάλασσα, που θα ήτον  βέβαια αντί της Λιναριάς η καθαυτό  σκάλα της Σκύρου, αν είχε λιμάνι. Απο τα παράθυρα του φιλόξενου σπιτιού το μάτι έφτασε ως τα πέρατα του Αιγαίου, σεληνόφωτα την ώρα εκείνη.

Το μικρό σαλόνι, που μας δέχτηκαν πρόσχαρα η νοικοκυρά και τα παιδιά της, δεν είχε τίποτε σχετικό με τη Σκυριανή Τέχνη: ήτον απλό και καθαρό σαν κάθε αιγαιοπελαγίτικου σπιτιού.

Όταν μείναμε μόνοι πάλι με το νοικοκύρη, τον γνωρίσαμε καλύτερα, και σιγά σιγά μας φανερώθηκαν, όχι ένας στενοκέφαλος δάσκαλος με περιωρισμένο νου, αλλ' άνθρωπος με γενικές γνώσεις και πολύ σωστές κρίσεις σε κάθε ζήτημα. Την ώρα του τραπεζιού μας είπε πως θα φάμε στο κάτω πάτωμα και πρέπει να κατέβωμε μια στενή  κι ορθή σκάλα, σα σκάλα καραβιού στο αμπάρι, λίγο δύσκολη,  για να μην κάνωμε το γύρο απ' έξω. Την κατεβήκαμε σιγά σιγά φωτισμένοι απο ένα κερί, για να περάσωμε στην πλαγινή τραπεζαρία.

Και τις μας πρόσμενεν εκεί;

Το σκυριανό Θαύμα! Η τραπεζαρία αυτή μπορούσε, έτσι, όπως τη βλέπαμε, να δείχνεται σαν ένα τέλειο σκυριανό Μουσείο. Χώρια απο τα έπιπλα, τα στρωσίδια, τα στολισμένα ράφια στους τοίχους, μας θάμπωσαν κρεμασμένα ολόγυρα, κάτω απο τα ξυλοσκάλιστα ράφια, τ' αστραφτερά μέταλλα, μπρούντζοι και χαλκώματα, δίσκοι και σοφράδες, σαν ασπίδες κρεμαστές στους τοίχους αρχαίου Ιερού, λάφυρα αφιερωμένα απο τους Περσομάχους του Μαραθώνος και των Πλαταιών.

Και τι χαριτωμένο έπιπλο ο σ τ α μ ν ο σ τ ά τ η ς : μια τριγωνική ξύλινη στήλη στη γωνιά, με άνοιγμα μπροστά για τη στάμνα, σε τρόπο, που να μπορή κανένας χωρίς να τη μετατοπίζη, γέρνοντάς την λίγο  να παίρνη νερό. Η Σκυριανή αγάπη του Ωραίου δεν άφησε και το πραχτικό εκείνο έπιπλο χωρίς σκαλίσματα, κι ακόμα τα γυναικεία χέρια του σπιτιού έφραξαν  της στάμνας το χωματένιο στόμα μ' ευωδιαστό βασιλικό και τη στεφάνωσαν ολόγυρα με πάνανθο θυμάρι, σαν να ήτον της Εστίας βωμός.

Δειπνήσαμε μόνον οι τρείς, οι δυό μας κι ο δάσκαλος. Οι άλλοι του σπιτιού νήστευαν, γιατί ήτον σαρακοστή. Μ' όλες τις διαμαρτυρίες μας, πως κι εμείς θα νηστεύαμε ευχαρίστως, στο τραπέζι μας ήρθαν και πασχαλινά μαγειρέματα και νηστήσιμα και ορεχτικά θαλασσινά, που μας  φάνηκαν σαν ένα συμπλήρωμα του Σκυριανού θαύματος της βραδιάς εκείνης.

 

Αλλά και κάτι άλλο μου φύλαξεν η νύχτα. Δεν αργήσαμε να πλαγιάσωμε, κουρασμένοι απο το δρόμο. Μας έδωκαν δυο δωμάτια κοντά στο σαλόνι, τα δικά τους βέβαια. Όλη η οικογένεια συμμαζεύτηκε για χάρη δική ας στο κάτω πάτωμα. Τέτοια ήταν η άφταστη Σκυριανή φιλοξενία!

Το κρεβάτι, που πλάγιασα, ήταν διπλοκοιμησιάς, σκεπασμένο με κουνουπιέρα. Μ' όλο που το βρήκα πολύ αναπαυτικό, ύστερα απο τον πρώτον ύπνο, ζεστάθηκα και στενοχωρέθηκα κάτω απο την κουνουπιέρα. Άναψα το κερί, που πολύ προνοητικά  είχαν βάλη στο πλάι μου, κατέβηκα απο το κρεβάτι, κι άνοιξα το παράθυρο προς τη θάλασσα. Κι αμέσως μου ήρθαν στο νού οι αθάνατοι στίχοι του Σολωμού:

 

Ήτον στην άλαλη τη μοναξία

στρογγυλοφέγγαρη φωτοχυσία

σαν τη λαμπρόπλαστη πρωτονυχτιά.

 

            Ήμουν ξυπνητός ή κοιμισμένος; Ήτον αλήθεια ή όνειρο;

Τα σύνορα του χρόνου είχαν καταλυθεί, τωρινά και περασμένα έσμιγαν και γίνουνταν ένα. Η θάλασσα εκείνη ήτον η ίδια, που κυματόβρεχε και το βασίλειο του Λυκομήδη. Το Κάστρο απο πάνω μου, με το μαύρον ήσκιο του, ήτον η Ακρόπολη και το Παλάτι του. Μια τέτοια νύχτα θα την ωδήγησαν τα δελφίνια στο σκυριανό ακρογιάλι τη Θέτιδα μ' ένα ωραίο αγόρι στην αγκαλιά, τον μοναχογιό της  τον Αχιλλέα. Τον έφερνε εκεί, για να τον γλυτώση απο την καταδίκη της μοίρας, για να τον κρύψη μαζί με τις κόρες του Λυκομήδη.

 

Για πού δελφίνια; - Φέρνομε στο σκυριανό ακρογιάλι τη δόξα και

τον έρωτα σε μιας θεάς αγκάλη.

 

Και της φαντασίας το πλάσμα αλήθευε. Να τα τα δελφίνια που φέρνουν τη θεά! Πέρα απο τ' ανοιχτό πέλαγος κάτι γοργό πλεούμενο ήρχουνταν μεσ' στο σεληνόφωτο ξαστράφτοντας προς την ακρογιαλιά. Που να πιστέψουν  τα μάτια μου, πως δεν θα ήτον τίποτε άλλο παρά η μεγάλη ψαρόβαρκα του γρίπου με τα δώδεκα κουπιά!

Η υγρή ψύχρα της νύχτας μ' έκανε να κλείσω το τζάμι του παραθύρου  και να πλαγιάσω στο φεγγαρόλουστο κρεβάτι χωρίς την όρεξη του ύπνου, ονειρευόμενος μ' ορθάνοιχτα μάτια. Κι έβλεπα τώρα τελειωτικά στο Νησί των Μύθων το φτάσιμο της Θέτιδος και την υποδοχή, που της έκανεν ο Λυκομήδης. Βέβαια, για να τον προτιμήση η θεά και να του εμπιστευτή ό,τι είχε πολυτιμότερο, το μονάκριβο Αχιλλέα της, θα πή πως ήτον σημαντικό υποκείμενο στον καιρό του. Τόσα άλλα νησιά στο Αιγαίο, και μεγαλύτερα και θαλερώτερα απο τη βραχοθεμέλιωτη Σκύρο, και  να φέρη το μονάκριβό της εκεί! Θα λογάριαζεν όμως η θεά και τις ωραίες βασιλοπούλες, που θα είχε φίλες και συντρόφισσές του.

Απο τον Ερμή, τον αδιάντροπο ξεσκαλιστή όλων των σπιτικών, θα είχε τα καλύτερα συστατικά για την ομορφιά τους. Συνέργεια δική του θα ήτον κατόπιν και το ειδύλλιο της Σκυριανής βασιλοπούλας, της πρωτοκόρης του Λυκομήδη με τον Αχιλλέα, που ήρθε να το μεταβάλη σε δράμα του Οδυσσέως η πονηριά.

 

.........

 

Από την εκκλησία ανεβήκαμε στο Κάστρο και γυρίσαμε όλα του τα γραφικά χαλάσματα προς τον ακροθάλασσο γκρεμνό. Απο κεί, κατά την παράδοση, ο Λυκομήδης γκρέμισε το Θησέα, κι έγινεν αίτιος, πεντακόσια τόσα χρόνια κατόπιν, να υποδουλωθή, η Σκύρος  στους Αθηναίους απο τον Κίμωνα. Στους Σκυριανούς, που ήταν μαζί μας και παραδέχουνταν  ανεξέτεστα την εγκληματική αυτή πράξη, έδειξα μεγάλο δισταγμό να παραδεχτώ πως ένας βασιλιάς, και συμπέθερος θεών μάλιστα, ήτον δυνατόν  να παραβή τους ιερούς νόμους της ξενίας και να θανατώση έτσι προδοτικά - ποιόν; έναν πανελλήνιον ήρωα, το Θησέα! Μπορεί να γκρεμίστηκε βέβαια απο το σκυριανό βράχο, μα θα ήτον τυχαίο ξεγλίστρημα. Οι Αθηναίοι, όταν τους χρειάστηκε  η Σκύρος πολύτιμος ναυτικός σταθμός για τη συγκοινωνία με τις αποικίες τους, βρήκαν αιτία, ύστερα απο πέντε αιώνες, την απιστία του Λυκομήδη! Ούτε και οι ίδιοι το καλοπίστευαν......

 

Απο μια τρύπα του χαλασμένοι βενετσιάνικου τοίχου μας έδειξαν πέρα στο γιαλό του καταντικρύ κάποιο μέρος, που πιστεύεται πως έχει βουλιάξη στους πανάρχαιους αιώνες μια πολιτεία πολύ μεγαλύτερη απο τη Σκύρο. Μερικοί ψαράδες λένε, πως με απόλυτη γαλήνη, που τύχη να είναν διάφανα τα νερά, ξεχωρίζει κανείς με το θαλασσογυάλι στο βυθό  μεγάλα κομμάτια δουλεμένα μάρμαρα. Για να το βρούν το μέρος έχουν σημάδι το αντίκρισμα της τρύπας του κάστρου. Ώστε, καθώς κι άλλα αιγαιοπελαγίτικα νησιά, έχει και η Σκύρος το μύθο της Ατλαντίδας της, που τραγούδησε για τη Σίφνο ο Προβελέγγιος.

Κάναμε ένα γύρο στην πόλη και μπήκαμε σε δύο τρία ανόθευτα χαμηλά Σκυριανά σπιτάκια. Μου φάνηκαν σαν κουκλόσπιτα, τόσο συμμαζεμένα, χωρίς να τους λείπη τίποτε απ' όσα χρειάζεται ένα μικρό νοικοκυριό. Ξεχωριστή εντύπωση μ' άφησεν η εξωπορτά τους, μονόφυλλη κομμένη στα μισά, ώστε αν θέλη κανείς κλείνει μόνον το κάτω μέρος κι αφήνει ανοιχτό το απών σαν παράθυρο για το αέρισμα.

Το μεσημέρι ψαροφαγία για τη μέρα του Σωτήρος και κάθε λογής νηστήσιμα ορεχτικά στο τόσο υποχρεωτικό σπίτι, που μας φιλοξενούσε. Μας έδειξαν εκεί, μέσα σε παλιές σκαλιστές κασέλλες, αληθινούς θησαυρούς της Σκυριανής χειροτεχνίας παραδομένους απο γενεά σε γενεά σαν ιερή κληρονομιά.

Φύγαμε νωρίς, με τον ήλιο ψηλά, για να κατέβωμε απο τον άλλο το δρόμο προς το ανοιχτό πέλαγος, μακρύτερο και πιο ανώμαλον, αλλα γραφικώτερον, όπως μας είπαν. Και είχαν δίκιο. Τον κατεβήκαμε  αργά, με συχνά σκοντάματα και ξεγλιστρήματα των μουλαρίων, κι αφού γυρίσαμε δεξιά προς τον κάμπο που απλώνουναν καταπράσινος απο τα θραψερά καλαμπόκια, φτάσαμε με το ηλιοβασίλεμα στο λιμανάκι μας της Λιναριάς.

Εκεί μας είπε ο δάσκαλος, πως, καθώς θέλαμε, είχε ναυλώση μια μεγάλη καθαρή ψαρόβαρκα, για να πάμε την άλλη μέρα στον τάφο του Ρούπερτ Μπρούκ, αν ο καιρός θα είναι καλός, όπως δείχνουν όλα τα σημάδια του. Με την προσδοκία αυτή, κουρασμένοι κι απο την πολυτάραχη μέρα, πλαγιάσαμε νωρίς. Κοιμήθηκα ήσυχα κι ανονείρευτα. Απο τα ψηλώματα του Νησιού των Μύθων ξαναγύριζα στο ταπεινό ψαρολίμανο της Λιναριάς.

 

Τα σημάδια του καιρού αλήθεψαν, και πρίν ψηλώση ο ήλιος ξεκινήσαμε. Τι ωραίο ξεκίνημα: η βάρκα μεγάλη, φρεσκοβαμμένη, κατακάθαρη, με στρωσίδια πολύχρωμα στην πρύμνη,  φροντίδα του δασκάλου, που  θα μας συνώδευε. Απο το ξενοδοχείο  ήρθαν δύο στάμνες με κρύο νερό και δυο μεγάλα καλάθια με ό,τι χρειάζουνταν για να καλοφάμε. Πήραμε  στη βάρκα κι ένα νεοδιωρισμένο φαροφύλακα. Θα πήγαινε απο την ακρογιαλιά, που θα βγαίναμε εμείς, πεζός ως το φάρο του.

Είχε μαζί του στην αγκαλιά ένα κατσικάκι άσπρο πλουμιστό θηλυκό, για να το μεγαλώση εκεί και νάχη τροφή το γάλα του.

Ήταν ζωηρό και πολύ ήρεμο. Μ' ένα κουδουνάκι στο λαιμό, πηδούσε απο πάγκο σε πάγκο, απο τον ένα στον άλλο κι έσκυβε το μέτωπο για να το χαϊδεύωμε. Για να μην ξεχνώ την τέχνη της ψαρικής, έσερνα πίσω απο την πρύμνη μια δυνατή συρτή με τη μάταιη ελπίδα  κανενός μεγάλου ψαριού. Φυσούσε  ελαφρό αεράκι, όσο που μόλις γέμιζε το πανί, και με τη δροσιά του μας έκανε ευχάριστο  το αργοπερπάτημα της βάρκας.

Για να φτάσωμε στις Τρείς Μπούκες, το απέραντο λιμάνι, το ορμητήριο του Αγγλογαλλικού στόλου στον Πόλεμο, που ήτον ο τάφος του Μπρουκ, κάναμε μεγάλο γύρο, πάντα γιαλό γιαλό, και περνούσαν μπροστά απο τα μάτια μας, με τις πιο απότομες μεταλλαγές, πότε λιβάδια και περιβόλια χλωροπράσινα, πότε τρομαχτικοί χαλκόχρωμοι βράχοι. Σε δύο ώρες, χωρίς να τις καταλάβωμε, φτάσαμε σε μια απο τις τρείς Μπούκες και μπήκαμε4  στο λιμάνι. Εκεί λαμποκοπούσαν στον ήλιο βράχοι σαν κρυσταλλένιοι απο το αλάτι, που είχε καθίση σε κάθε τους ραγάδα και κάθε γούβωμα. Κι ο ένας απο τους δυο ψαράδες πήδησε έξω και μ' ένα τενεκέ της βάρκας μάζεψαν αφρίνα,  όσο χωρούσε, σαν του τύχαινε τέτοια σπάνια ευκαιρία.

Δεν ήτον εύκολο να βρούμε μέρος  για να πατήσωμε στη στεριά, γιατί ρήχαιναν τα νερά και δε ζήγωνεν η πλώρη μας. Με τα πολλά, απο πέτρα σε πέτρα πατώντας και γλιστρώντας το καταφέραμε, όχι μ' εντελώς στεγνά πόδια. Οι ψαράδες ασφάλισαν τη βάρκα με την άγκυρα και μ' ένα σκοινί απο τη στεριά. Ο φαροφύλακας, ένας νέος πολύ συμπαθητικός, πήρε στην αγκαλιά το κατσικάκι του, το χαριτωμένο συνταξιδιώτη μας, και ξεκίνησε για τον ερημικό φάρο. Ο φίλος μου κι εγώ, με το δάσκαλο οδηγό, που είχε μάθη  απο έναν αγωνιάτη τη θέση του τάφου, ξεκινήσαμε. Χειρότερο περπάτημα δεν είχα ξανακάνη. Κοτρόνια στρογγυλά, που σε κάθε πάτημα κυλούσαν και το πόδι στραβοπατημένο έπεφτε  σ' αγκάθια και σουβλερά ξερόκλαδα. Και δεν ήτον μικρή η απόσταση κι ούτε τον βρήκαμε ολόισια μπροστά μας τον τάφο, γιατί τον απόκρυβαν τα πυκνά ελαιόδεντρα. Αναγκαστήκαμε  να περάσωμε και την ξερή κοίτη κάποιου ποταμιού, σαν να περνούσαμε τα χαλάσματα κάστρου. Με τα πολλά άσπρισε κάτι ανάμεσα στα κρεμαστά  γαλανοπράσινα κλωνάρια μιας ελιάς: ήτον το λαμπερό μάρμαρο του τάφου. Είχαμε κάνη μιας ώρας δρόμο, και τι δρόμο!

 

Τον ήξερα τον τάφο απο μια μικρή ακουαρέλλα, φιλικό χάρισμα του αρχαιολόγου Χέρτλεϋ. Εκείνος είχε φροντίση και για την εκλογή και το δούλεμα του μαρμάρου στην Αθήνα, κατά πολύ παράξενο σχέδιο, στολισμένο απο την Αγγλία, και για τη δύσκολη μεταφορά και την τοποθέτησή του στην ερημιά. Ένα μήνα πέρασε κάτω απο σκηνή, για να φέρη σε τέλος την επιθυμιά της μητέρας του Μπρουκ, που δέ θέλησε να μετακινήση το νεκρό παιδί της απο κεί που θάφτηκε,

 

καθώς το είχε ποθήση στα τραγούδια του:

σ' ένα Νησί των Μύθων......

 

Η μητέρα είχε στείλη το σχέδιο και είχε αναλάβη όλα τα έξοδα. Καθίσαμε λίγο σε μια χαμηλή γωνιά του τάφου να ξαποστάσωμε ύστερα απο τη μαρτυρική πεζοδρομία. Ο δάσκαλος πήρε ένα κομμάτι πλακωτό μάρμαρο απο τ' απομεινάρια  του πρόχειρου  παλιού τάφου, έβαλε απάνω λίγο μοσκολίβανο και τ' άναψε ακουμπισμένο στην επιτάφια γή. Κάρφωσε στο χώμα και δυο ψυχοκέρια, το ένα στο μέρος της κεφαλής και το άλλο στα πόδια. Όλ' αυτά έγιναν, άφωνο κι αθόρυβο μνημόσυνο, σαν απο φόβο μην ταράξωμε την ιερή γαλήνη του κοιμισμένου.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Απόσπασμα απο το ομότιτλο αφήγημα της συλλογής Σκόρπια φύλλα της ζωής μου βλ. Άπαντα, τόμος έβδομος, φιλ. Επιμέλεια Γιάννης Παπακώστας, «Σύλλογος προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων» Αθήνα 2001.

 

 
Επόμ. >
 

SKYROS MAGAZINE

Cache Directory Unwriteable