|
ΑΠΟΚΡΙΕΣ
Ο Γέρος, η Κορέλα και ο Φράγκος
Το αποκριάτικο δρώμενο της Σκύρου μέσα από μια νέα ερμηνευτική προσέγγιση
ΠΕΡΙΑΝΔΡΟΣ ΕΠΙΤΡΟΠΑΚΗΣ
Ένα πανάρχαιο δρώμενο, μπολιασμένο στις συνήθειες των φορέων του λαϊκού μας πολιτισμού, ξαναζωντανεύει κάθε Αποκριά στη Σκύρο. Η μυστηριώδης μεταμφίεση των κατά βάση τριπρόσωπων ομίλων του καρναβαλιού έχει, από πολύ παλιά, απασχολήσει ειδικούς και μη, που τυχαίνει να το έχουν παρακολουθήσει.
Το αμετάβλητο των χαρακτήρων του στον χρόνο, η μεταξύ τους συνεκτική σχέση και τα στοιχεία που προσδίδουν τον μυστηριακό χαρακτήρα της μεταμφίεσης στις κατά τα άλλα κοινές παραδοσιακές φορεσιές, θα μας απασχολήσουν εδώ, επιχειρώντας ταυτόχρονα μια νέα ερμηνευτική προσέγγιση κάθε ρόλου. Κορυφαίος κάθε ομίλου ο " Γέρος" , είναι ένας ρωμαλέος άνδρας, που μετατρέπουν σε τραγόμορφο κωδωνοφόρο με τον προσομοιάζοντα σε τραγοτόμαρο φλοκωτό ποιμενικό επενδύτη με κουκούλα, συνδυασμένο με τη " μ' τσούνα" (μάσκα από δέρμα νεογέννητου κατσικιού δίδουσα την εντύπωση μουσούδας ζώου) και μια αρμάθα κουδουνιών στη μέση του. Ένα πολύχρωμο μεταξωτό μαντήλι ή ένα νάιλον ευρωπαϊκό της "εξαγωγής" απ' αυτά που θα θεωρούσαν ως καλά γαμήλια μαντίλια, κρεμιέται στο στήθος του σαν "μουργιώνι" μετατρεπόμενο έτσι από σύμβολο γάμου σε "περί τον τράχηλον συρφετόν αισχύνης", όπως έγραψε τον ΧΙ αι. ο Μιχαήλ Ψελλός. Επίσης, τα κουδούνια, πέρα από όργανο παραγωγής ρυθμικού ήχου, αφού υπάρχει συγκεκριμένος τρόπος ανάρτησής τους από ειδικούς, γίνονται και μέσο διαπόμπευσης, θεωρούμενα, όπως περιγράφει ο Σωφρόνιος Ιεροσολύμων (P.G. 87, 3517), ως εξάρτηση των "θριαμβευομένων", δηλαδή όσων ατιμάζονταν. Κωδωνοφόρους έχουμε στον Σωχό Θεσσαλονίκης, στην Κοζάνη κ.α.
Συνοδός και βοηθός του "Γέρου" η "Κορέλα", είναι ένας νέος άνδρας, που φορά μονάχα τα δευτερεύοντα κομμάτια της γυναικείας "αλλαμένης" (- νυφικής) φορεσιάς, συνδυάζοντάς τα για πρακτικούς (αλλά και αναμφίβολα σκωπτικούς για τον ρόλο της νύφης) λόγους με ορισμένα της ανδρικής ποιμενικής. Είναι πανάρχαιο στοιχείο διακωμώδησης η δια του ενδύματος αλλαγή του φύλλου ή της ιδιότητας ενός ατόμου, καθώς άλλωστε και η ένδυση κάποιου με αντιφατικά μεταξύ τους ρούχα ή κουρέλια. Οι σκορδοκεφαλές δε, που συχνά κρέμονται στις υποτιθέμενες πλεξούδες της "Κορέλας" και συναντάμε και στη νύφη του "Γάμου των Πιτεράδων" της Ξάνθης , αντιστοιχούν στο "στέφανον εκ σκορόδων" της βυζαντινής διαπόμπευσης (Θεοφάνης, Χρονογρ. 437,11). Ακόμη και το όνομα της νύφης εδώ, σημαίνει το κουρέλι ή το παραγινωμένο σύκο και συνεκδοχικά τη ζαχαρωμένη γριά, που στο έθιμο περιφέρουν ως κακέκτυπο νύφης. Συχνά ο λαός λέει για πρόσωπο διαπομπευόμενο "τον έφερναν σα νύφη". Ο συσχετισμός της λοιπόν με τον "Γέρο" δίνει επιπρόσθετα στην τελετή χαρακτήρα γελοίο, αφού πρόκειται για σχέση - παντρολόγημα γερόντων, σύνηθες αντικείμενο των σκωπτικών σχολίων του λαού μας.
Βρισκόμαστε, λοιπόν, μπροστά σε μια πομπή, με τη δίσημη βυζαντινή, έννοια του όρου˙ ως δηλαδή επίσημη παρέλαση γάμου ή θρίαμβο, αλλά και ως "άτιμον πομπήν" ή "γελοιώδη θρίαμβον".
Το όνομα του τρίτου προσώπου, του "Φράγκου", σημαίνει τον ξένο, δικαιολογώντας κατά μία εκδοχή το ευρωπαϊκό του παντελόνι και τη μεγαλύτερη γενικά ενδυματολογική του ελευθερία. Στοιχείο εξευτελισμού εδώ είναι το από την ανάποδη φόρεμα των ρούχων του και η μεγάλη κουδούνα που κρέμεται πίσω στη μέση του. Τραγουδά προπορευόμενος του ομίλου κρατώντας κοντό ραβδί ή μαχαίρι και βούκινο, σύμβολα εξουσίας, που, αν συνδυαστούν με την όλη του παρουσία, ίσως υπαινίσσονται κάποιον αξιωματούχο, έναν λ.χ. ζαμπή (χωροφύλακα) της περιόδου της ξένης κυριαρχίας στο νησί, που παρευρίσκεται στις διαπομπεύσεις.
Ο "Φράγκος", λοιπόν, με τον διπλό ρόλο του καλεστή - βλάμη στον γάμο και του κρατικού υπαλλήλου, κήρυκα, ραβδούχου ή πλατσαρίου, όπως διαβάζουμε σε κείμενα βυζαντινά, αντιστοιχεί στον ρόλο του "γκανγκλά" στο καρναβάλι της Ξάνθης.
Ένας επίσημος, λοιπόν, θεσμός, όπως αυτός του γάμου, έρχεται να "γιβεντιστεί" εδώ, υποβιβαζόμενος σε άτιμη περιαγωγή πεζά πομπευομένου ζεύγους, πράγμα που συναντάμε και σε άλλα μέρη της Ελλάδας (Ξάνθη, Τύρναβο, Θήβα, Ζάκυνθο κ.α.).
Ο Φ. Κ ο υ κ ο υ λ ό ς αναφέρει ότι οι Βυζαντινοί μιμούνταν στις διαπομπεύσεις συχνά τον λεγόμενο χορό των μαντιλιών της γαμήλιας πομπής, έθιμο που είχε επιβιώσει στον Πόντο, στην Προύσα και στη Σαλαμίνα. Έτσι, λοιπόν, μπορούν να εξηγηθούν και τα μαντίλια που όλοι ανεξαιρέτως οι μεταμφιεσμένοι κρατούν στα χέρια και χορεύουν. Ας μην ξεχνάμε τη λαϊκή ρήση που έχει εδώ τη ρίζα της: "τη διώξανε με της μπομπής τα μαντίλια".
Το πλήθος που παρακολουθεί καταφέρνει μικροχτυπήματα στους μασκαράδες με ραβδιά, ραίνοντας το κεφάλι τους με στάχτη, πριονίδια ή πίτουρο. Έτσι μιμούνται σκωπτικά το γαμήλιο με ροδοπέταλα ράντισμα, εναρμονιζόμενοι πλήρως στην παλαιότατη συνήθεια να χτυπούν και να ρίχνουν σκόνη και στάχτη στο κεφάλι διαπομπευόμενου. Από ‘δώ βγαίνει και η κατάρα "στάχτες επάνω σου".
Ο "Γέρος" - γαμπρός στο έθιμο δεν είναι τυχαίο πρόσωπο. Ο ίδιος ο ρόλος είναι de facto αναγνώριση ρώμης και άμεσης αναγόρευσης του υποδυομένου σε πρωτοπαλίκαρο, αφού μπορεί να μεταφέρει στη μέση του για μια μέρα κουδούνια βάρους έως και 75 κιλών. Άλλο στοιχείο της γενικότερης αποδοχής του είναι και το αξιοθαύμαστο από τους ντόπιους της τέχνης του να κινεί σωστά αυτά τα κουδούνια˙ γι' αυτό "πρέπει να είναι ειδικός".
Αρχηγική του, τέλος, υπόσταση και στην ποιμενική κοινωνία που υποτίθεται ότι εκπροσωπεί, εκτός από το υπερμέγεθες στραβοράβδι που κραδαίνει, είναι η φλοκωτή του κάπα, που αρχικώς θεωρούσαν επενδύτη των πετυχημένων μόνο τσοπάνων. Έχουμε, λοιπόν, γαμπρό τον "άλκιμο άνδρα" της Σκύρου, τον τρομερό στην όψη και τη δύναμη "Αρχιτσέλιγκα" που δια της συμπαθητικής μαγείας μέσω της κάπας του και της "μ' τσούνας" γίνεται σύμβολο αποτραπαϊκό, μεταβαλλόμενος στο δυνατότερο, μπροστάρικο, ζώο του ποιμνίου του, τον τράγο. Όλοι οι νέοι του νησιού, ακόμη και σήμερα, θέλουν έστω και για μια φορά να γίνουν "Γέροι", να πάρουν το χρίσμα του "άξιου", να γίνουν κοινωνοί της δύναμής του ημίθεου ηγέτη της ομάδας.
Ενίοτε δε, όταν τη "μ' τσούνα" χρησιμοποιεί και η "Κορέλα" - νύφη, γίνεται η πρώτη "των εξοχωτάτων Σκυρίων αιγών". Εξαίρονται λοιπόν εδώ οι πρώτοι της κάθε ράτσας.
Σ' αυτόν τον τσοπάνικο γάμο, λοιπόν, ο "Γερο" - γαμπρός με βλάμη του "Φράγκο" παίρνουν τη νύφη "Κορέλα" από το σπίτι της, περιέρχονται τη Μεγάλη Στράτα, πηγαίνουν σε σπίτια συγγενικά για τα "κεράσματα" και ανεβαίνουν, τέλος, στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου, όπου προσκυνούν την εικόνα και χτυπούν την καμπάνα, θέτοντας τέρμα στη διασκέδαση.
Αυτό είναι από τις εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις χριστιανικού, θα λέγαμε, φινάλε σε παγανιστικό δρώμενο, που αντικαθιστά το γνωστό "κάψιμο ή άναμμα του Τζάρου" της Ξάνθης ή τη "δίκη και το κρέμασμα σε αγχόνη του Μασκαρά" στον Τύρναβο. Μπορεί να εκληφθεί ως τελική υποταγή στον Άγιο και πράξη εξαγνισμού για τη διακωμώδηση θεσμών ιερών ή για τη συμμετοχή σε όμιλο "θεατριζομένων". "Ονειδισμοίς και θλίψεσι θεατριζόμενοι", έγραψε ο Απόστολος Παύλος (προς Εβραίους, ι' 33).
(Αναδημοσίευση από την εφημ. "ΤΟ ΒΗΜΑ", 5 Μαρτίου 1995, σελ. 34)
|