23.05.12
 
Η ΣΚΥΡΟΣ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Εκτύπωση

ΤΟ ΚΟΣΜΙΚΟ ΕΑΡ

brooke-foto.jpg

«….piisi.jpk.jpgκι ενώ το πέλαγο τριγύρω μας τονίζει τον αιώνιό του ψαλμό και τα λουλούδια ανοίγοντας ως το βάθος για να πιούνε μέσα τους οι μέλισσες κι οι πεταλούδες απ’ το μέλι της αναστημένης φύσης δεν χωράει καμιά αμφιβολία, πως με την τελετήν αυτή προιδεαζόμαστε μιαν άλλην, που με την ανόρθωσι της Αιώνιας Ποιήσεως στο αυθεντικό καθολικό της Βάθρο , απ’ όπου την εκθρόνισαν αιώνες τώρα βάρβαροι και σκοτεινοί καιροί , θα περιλάβη σύντομα στο «κοσμικό της έαρ», τις ανθρώπινες ψυχές όλων των τόπων και όλων των λαών….»

 

 ΕΝ ΟΝΟΜΑΤΙ ΤΗΣ ΙΕΡΗΣ ΕΛΠΙΔΑΣ  

«…..για να μπορέσωμε να πάρουμε από εδώ κι από την ώρα τούτη, ως από ένα κέντρο αιώνιο τις πρώτες πέτρες των λαών, που λαχταρίζουμε να υψώσουμε στον κόσμο, όσοι έπειτα από τη φρίκη του στερνού πολέμου , απ’τη μια –ως την άλλη άκρη του πλανήτη, με το ξέσπασμα του σιωπηλά συγκρατημένου από αιώνες πόνου των λαών και των πνευμάτων,ενοιωστήκαμε μιαν ώρα, αξεχώριστα κι ολόψυχα αδερφοί».

Άγγελος Σικελιανός, απόσπασμα από την ομιλία στα αποκαλυπτήρια του αγάλματος της Αιώνιας Ποίησης.Απο τον τόμο Αι εν Σκύρω εορταί των Αποκαλυπτηρίων του μνημείου του Άγγλου ποιητή Ρούπερτ Μπρούκ, Εν Αθήναις εκ του εθνικού τυπογραφείου, 1935.

 

ΑΓΙΟΣ ΦΩΚΑΣ

 

«Είχαμε ξαπλώσει στην άμμο , κάτω από τον ίσκιο ενός πεύκου που δέσποζε στη μια άκρη ενός ερημικού κολπίσκου του Αγίου Φωκά. Ξαφνικά αντιληφθήκαμε , δίπλα μας αθόρυβα μα τα πανιά απλωμένα, δεκατρία ιστιοφόρα να μπαίνουν στον κόλπο, καταλαμβάνοντας όλη του την είσοδο. Δίνοντάς μας την αίσθηση του πλακώματος , της ασφυξίας, της έλλειψης του ζωτικού χώρου, της απειλής , της παράλυσης και του ανείπωτου τρόμου, που δημιουργεί η αθόρυβη , απρόσμενη και απροειδοποίητη εμφάνιση του άλλου, καλύπτοντας το άμεσο οπτικό σου πεδίο.

Απομείναμε να κοιτάζουμε σαν απολιθωμένοι. Βλέπεις , δεν είχα καν συνδέσει τον εαυτό μου με την ιστορία του χωριού μου. Που είχε χτιστεί σε τρεις διαφορετικές μεριές από φόβο στα κουρσάρικα ρεσάλτα,αυτά τα ταξίδια της δήωσης, της αρπαγής και του αφανισμού. Αλλά ίσως, μέσα στις απέραντες εκτάσεις της ερήμου, και συ και εγώ να είχαμε την ανάγκη , για να αντιμετωπίσουμε τούτο το φόβο, να παίξουμε εναλλάξ και οι δυό μας το ρόλο της στρουθοκαμήλου».*

* Απόσπασμα από το πεζογράφημα του Κώστα Σμυρνή, Καλοκαιρινή Απορία του Φεγγαριού, εκδόσεις Νέα Σύνορα-Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα 1995.

 

Η ΓΡΙΠΗ ΣΤΗ ΣΚΥΡΟ

 

scan10162.jpgscan10163.jpg

«….Ζωντανοί και πεθαμένοι , μέσα στο ονειροβύθισμα αγωνιζότανε και παλεύανε ν’ ανοίξουνε το λάκκο τους, κι αδέλφια ,παιδιά και γονιοί στο ξύπνημα, χαροπαλεύανε κι’ αγκαλιαζότανε και τραβούσανε ,τραβούσανε στη ζωή του σκοταδιού και της ανυπαρξίας. Τραβούσανε άλλοι με το γέλιο της τρέλας , άλλοι με τη σύσπαση του τρόμου των φαντασμάτων που χορεύανε μπροστά τους ….»

Κωνσταντίνος Φαλτάιτς

Η ΘΑΛΛΑΣΑ

 

« Κύματα τα δάχτυλά του . Χελιδονόψαρα τα χείλη του. Λικνιζόμενα φύκια τα λίγα κατσαρά του.

Γρεγολεβάντες η πνοή του.

Κοιτάζοντας μέσα στα γαλανά μάτια του, της διηγιέται ότι είδε κι άκουσε μόνος του εκεί στα ανοιχτά όλη μέρα.

Εκεί που κάποτε πήγαιναν μαζί.h_thalasa.jpg

Τότε των κρίνων της άμμου και της κάπαρης οι ανθοί γέρνουν και στήνουν αυτί, ν’ ακούσουν της θάλασσας την έγνοια.

Από τότε έχουν περάσει χρόνια. Άλλοι λένε πως τον πήρε το κύμα, άλλοι πως τράβηξε για άλλους τόπους, άλλοι ,οι παραμυθάδες, πως τον έκλεψαν της θάλασσας τα ξωτικά».*

* Από το βιβλίο του Γιάννη Σκληβανιώτη ,Μουσικά παρακείμενα, εκδόσεις Καστανιώτης, Αθήνα, 1997.

 

 

ΤΑ ΠΑΓΙΑ ΤΟΥ ΘΗΣΕΑ

 

thiseas.jpg

 

Πες μου λοιπόν Καστροφύλακα την ιστορία τούτου του τόπου

Γιατί βογκούν από πόνο τα βράχια;

Γιατί κλαίνε του Κάστρου και της Φούρκας οι κάπαρες;

Ποιανού είναι το αίμα που τρέχει απ΄του Λεβάντε τη Βίγλα

Που κοιτάζει τη θάλασσα;

Ολόκληρη η πλαγιά έγινε κατακκόκινη.

Ποτέ δε χύθηκε τόσο άξιο αίμα και κύλησε άδικα.

Ποιος είναι ο φονιάς που μόλις φαίνεται η σκι’α του

Που γελάει και τρίβει τα χέρια του;

Μήπως ο Βασιλιάς μας Λυκομήδης;

Όχι Θεέ μου και Κύριε.

΄Αδικα τον αβάνιασαν οι αιώνες.

Ο Μενεσθέας τον σκότωσε με πληρωμένο μαχαίρι.

Μέχρι εδώ φτάνει το μακρύ, αδίσταχτο χέρι του.

Φονιάδες υπάρχουν πολλοί. Αρκεί να πληρώσεις.

Και τώρα , να.

Πάνω στο βάραθρο κομματιάστηκε το κορμί του.

Οι Γύπες όρμησαν να φάνε τις σάρκες του.

 

Τα κόκκαλα πια χάσκουνε σκόρπια, στα παγιά του Κάστρου, τ’απότομα

Πιο πέρα βρίσκονται τα χωράφια σου ήρωα.

Μα θα τα φάει μια μέρα η θάλασσα.

Θα τα βουλιάξουν τα κύματα.

Η γη σου Θησέα είναι χαμένη.

Κι ο Λυκομήδης προσμένει χρόνια χιλιάδες

Να βγάλει την ασήκωτη αβανιά από πάνω του.

Μάνος Φαλτάιτς, Βιγλατορία του Παλιόπυργου, Σκύρος, 2000.

 

Σκύρος

«Πάνω στην ψηλή απόκρημνη και πλατιά κορφή του βράχου, που στη μεσιανή πλαγιά του είναι κτισμένη η μοναδική πολιτεία του τόπου, βρισκόταν άλλοτε το κάστρο του Λυκομήδη και σήμερα η οχυρωμένη πολιτεία των Σκυριανών, αλλά προστατευμένη , με πανίσχυρη πύλη και εξωτερικά τείχη. Στο ψηλότερο σημείο βρίσκεται μια δεξαμενή βρόχινου νερού , απ’ την πλατιά θέση της οποίας έχει κανείς μια θαυμάσια πανοραμική θέα. Τα σπίτια ,όπως συνήθως είναι πυκνόχτιστα κι ανάμεσά τους περνούν στενοσόκακα. Είναι ακατοίκητα και χρησιμεύουν για να φυλάνε τα υπάρχοντά τους οι κάτοικοι του νησιού που ζουν τώρα κάτω στη βορεινή πλαγιά του βράχου, μέσα σε πιο απλόχωρα σπίτια. Εκεί πάνω, στα ευπορότερα σπίτια, βρίσκεις ολόκληρες κάμαρες γεμάτες χαλκώματα .» *

*Απόσπασμα από το βιβλίο του Karl Fiedler Ταξίδι δια μέσου των περιοχών της Βασιλικρατούμενης Ελλάδας, Λειψία 1841

 

ΕΠΙΘΑΛΑΜΙΟΣ , ΑΧΙΛΛΕΩΣ ΚΑΙ ΔΙΗΔΑΜΕΙΑΣ

Λάνθανε δ’ εν κώραις Λυκομίδισι μούνος Αχιλλεύς,

Είρια δ’ ανθ’ όπλων εδιδάσκετο, και χερί λευκά

Παρθενικόν πόνον είχεν, εφαίνετο δ’ ηύτε κώρα

Και γαρ ίσον τήναις θηλύνετο, και τόσον άνθος

Χιονέαις πόρφυρε παρηίσι , και το βάδισμα

Παρθενικής εβάδιζε, κόμας δ’επύκαζε καλύπτρη.

Εξ αούς δ’ επί νύκτα παρίζετο Διηδάμεια ,

Και ποτέ μεν τήνας εφίλει χέρα, πολλάκις δ’ αυτάς

Στάμονα καλόν άειρε τα δαίδαλα δ’ άτρι επήνει

Ήσθιε δ’ ουκ άλλα συν ομάλικι, πάντα δ’ εποίει

Σπεύδων κοινόν ες ύπνον. Ελεξέ νυ και λόγον αυτά

«Άλλαι μεν κνώσσουσι συν αλλήλαισιν αδελφαί.

Αυτά γαρ μούνα, μούνα δε συ, νύμφα, καθεύδεις.

Αι δυο παρθενικαί συνομάλικες, αι δυο καλαί

Αλλά μόναι κατά λέκτρα καθεύδονες α δε πονηρά

Νυσαία δολία με κακώς από σείο μερίσδει……

 

Απόσπασμα από τους διασωθέντες στίχους του ποιήματος, που έγραψε ο Βίων για τη Σκύρο.

Η Σκύρος του 1834

Ποίημα του Φιλικού Μανουήλ Βενάρδου (Ξεν. Αντωνιάδης, Σκυριανά Ανάλεκτα)

Μια μικρά κωμόπολις είναι όλη η χώρασπίτια τετρακόσια είκοσι έχει τώρα.Εις ενός βράχου κορυφήν η χώρ’ αυτή ασπρίζει,ένα λευκόν δε κάλυμμα του βράχου σχηματίζει.Δεκαεννέα τον αριθμόν έχει η νήσος μάνδρας, μελαχρινού δε χρώματος όλους, γυναικάς κι άνδρας.Μεσαίου αναστήματος, ισχνούς και καλοφώνους, επιμελείς, οξύνοας, ταχείς και φιλοπόνους.Ορσύτην τον ελληνικόν οι κάτοικοι χορεύουν,ελληνικήν δε ομιλούν, χωρίς να την νοθεύουν,εκτός των ιδιωτισμών, παραφθοράς του τόπου,τους δε καρπούς συνάζουσσι μετά μεγάλου κόπου.Μίαν, δύο, τρείς, τέσσερας, πεντε και έξι ώρας, οι αμπελώνες και αγροί απέχουσι της χώρας.Εκεί δε πορευόμενοι σπενροτρυγοθερίζουν,στην χώραν μεταφέροντες πατούν και αλωνίζουν.Έπειτα τους καρπούς αυτών στο Κάστρον ανεβάζουν,και εις τας αποθήκας των, ως είπομεν, τους βάζουν.Όταν δε πάλιν τους πωλούν, όπου το πλοίον εύρουν,τρείς ώρας ή και τέσσερας, εκεί τους μεταφέρουν.Τροφήν λιτήν και πενιχράν όλοι της νήσου έχουν,κουκιά δυο - τρία μόδια εις κάθε οίκον βρέχουν.Και τρείς ημέρας στο νερόν αφού σταθούν, τα βγάζουν,κι ολίγα καθημερινώς από εκείνα βράζουν.Την φάβαν δ’ ως κοινήν τροφήν της νήσου έχουν όλοι,αυτήν μεταχειρίζονται καθημερινήν και σχόλη.Νερόν δε αξιόλογον, εν τέταρτον της ώρας,Φέρουσιν αι γυναίκες των κάτω μακράν της χώρας.Όλ’ αι γυναίκες, λέγουσι, κρασιού, ρακιού απέχουν, πέντε μόνον ονόματα εν γένει όλαι έχουν.Μαριάς, Καλής, Αμέρισας, Άννας και Ευφροσύνης,Μετέχουσιν ολίγον τι και της φιλοφροσύνης.Λείψανα αρχαιότητος δεν είδα άλλου είδους, ειμή ερείπια τειχών, καθέδρας Λυκομήδους.Εξάγουσιν, ως περιττά, τυρί, μαλλί, ριζάρι,φάβαν, κρασί, κρομμύδια, μετάξι και κριθάρι.

 

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΒΕΡΝΑΡΔΟΣ

Ο Φιλικός Εμμανουήλ Βερνάρδος το 1833 ξεκίνησε το ταξίδι του από το Άγιο Όρος. Μια τρικυμία έριξε το καΐκι στη Σκύρο και εκεί δεινοπάθησε τόσο από έναν τοπικό υγειονόμο όπως και από το πλήρωμα του καϊκιού οι οποίοι τελικά τον λήστεψαν και τον εγκατέλειψαν. Τα δεινά του αυτά τα έκανε ποίημα την Δεινολογία , εκδ. Εν Ερμουπόλει Σύρας, εκ της τυπογραφίας Κ. Δημίδου και Γ.Α. Μελισταγούς ,1834.

 

 
< Προηγ.
 

SKYROS MAGAZINE

Cache Directory Unwriteable